Διαφορά μήνυσης και αγωγής


Σχυνά ο μέσος πολίτης συγχέει τους δύο όρους, ενώ αφορούν δύο διαφορετικές εντελώς διαδικασίες.

Με την μήνυση, η οποια είναι δικονομικός θεσμός του ποινικού δικαίου, οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να καταμηνύσει ( δηλ. να αναγγείλει/να ανακοινώσει) στις διωκτικές αρχές (Εισαγγελείς, αστυνομικούς κλπ Ειδικούς ανακριτικούς υπαλλήλους), την τέλεση, ή την υποψία τέλεσης κάποιας αξιόποινης πράξης, που διώκεται αυταπαγγέλτως, προκειμένου αν τιμωρηθεί ο υπαίτιος/οι.

Ειδική μορφή μηνύσεως, είναι η έγκληση, με την οποία ο/οι παθών από κάποια παράνομη πράξη, ζητά την τιμωρία του /ων υπευθύνου/ων. Εγκληση υποβάλλεται για αδικήματα που η ποινική δίωξη δεν διώκονται αυταπαγγέλτως. (π.χ εξύβριση, δυσφήμιση). Το δικαίωμα για υποβολή έγκλησης παραγράφεται εντός τριμήνου από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της.

Και στις δύο περιπτώσεις, δεν απατείται ο καταγγέλων να γνωρίζει τους υπαιτίους της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, προκειμένου να υποβάλει νόμιμα μήνυση ή έγκληση.

Η Αγωγή είναι δικονομικός θεσμός του ιδιωτικού δικαίου, με την άσκηση του οποίου, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο επιδιώκει την ικανοποίηση κάποιο αστικού δικαιώματος του (αξίωση). Οι μορφές των αξιώσεων αυτων ("αγωγικών αξιώσεων") είναι πολλών ειδών. Συνηθέστερες είναι η αξίωση για καταβολή κάποιου χρηματικού ποσού, η αναγνώριση κάποιου δικαιώματος (λ.χ Αναγνώριση της κυριότητας σε ακίνητο), η διάπλαση μίας  έννομη σχέσης (λ.χ να ακυρωθεί μία σύμβαση), να υποχρεωθεί τρίτος να προβεί σε συγκεκριμένη έννομη πράξη ("Καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως" λ.χ λα υποχρεωθεί να υπογράψει συμβόλαιο μεταβίβασης ακινήτου) κ.α